ευνουχία

η (ΑΜ εὐνουχία) [ευνούχος]
1. το να είναι κάποιος ευνούχος, η κατάσταση τού ευνούχου
2. συνεκδ. ανικανότητα, αγονία, στείρωση
μσν.
1. αγαμία, έλλειψη δυνατότητας για γάμο
2. (κατ' επέκτ.) εγκράτεια, ηθική καθαρότητα, αγνότητα, εκούσια αποχή από σεξουαλική επαφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐνουχία — εὐνουχίᾱ , εὐνουχίας like a eunuch masc nom/voc/acc dual εὐνουχίας like a eunuch masc voc sg εὐνουχίᾱ , εὐνουχίας like a eunuch masc voc sg (attic) εὐνουχίᾱ , εὐνουχίας like a eunuch masc gen sg (doric aeolic) εὐνουχίας like a eunuch masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίᾳ — εὐνουχίαι , εὐνουχίας like a eunuch masc nom/voc pl εὐνουχίᾱͅ , εὐνουχίας like a eunuch masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίας — εὐνουχίᾱς , εὐνουχίας like a eunuch masc acc pl εὐνουχίᾱς , εὐνουχίας like a eunuch masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίαν — εὐνουχίᾱν , εὐνουχίας like a eunuch masc acc sg (attic epic doric aeolic) εὐνουχίας like a eunuch masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνούχος — και μουνούχος, ο (ΑΜ εὐνοῡχος, Μ και μουνοῡχος και ᾿ μνοῡχος, Α και ως επίθ. εὐνοῡχος, ον) 1. αυτός που έχει υποστεί ευνουχισμό, ο εκτομίας 2. αυτός τού οποίου έχουν αφαιρεθεί οι γεννητικοί αδένες και έχει καταστεί ανίκανος για συνουσία αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • εὐνουχίαι — εὐνουχίας like a eunuch masc nom/voc pl εὐνουχίᾱͅ , εὐνουχίας like a eunuch masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.